Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

124 - Η υπερηφάνεια




Διήγηση Γέροντος: 

«Βοηθοσα στς τοιμασίες τς πανηγύρεως νς Κελλιο. Γέροντας το Κελλιο πο ταν πολ πιτήδειος κα γρήγορος, μο λεγε: “Κάνε γρήγορα, φέρε κενο, πήγαινε κε…”. γ δν μποροσα ν ντέξω τόση βία, λλ τ κανα λα μ πακοή. κείνη τν στιγμή, πο κανα λον ατ τν γώνα ν τοιμάσουμε τράπεζα γι σαράντα πατέρες –κα τ κανα μ μεγάλη προθυμία–, μπκε εχ μέσα μου κα ρχισε ν λέη καρδιά μου μόνη της τν εχ χωρς προσπάθεια. , τί γαλλίαση! Δν μπορ ν τν περιγράψω. ρχισε καρδιά μου ν λέη τν εχ κα βγαινε π τ στόμα μου οράνια εωδία. Κα λα ατά, πειδ κανα πακο σ’ ναν ξένο· δν ταν Γέροντάς μου. ρθε χάρις το Θεο κα μ πεσκίασε. Ατν τν χάρι τν εχα γι να τέταρτο περίπου, ν ταυτόχρονα δούλευα, κα Γέροντας το Κελλιο δν κατάλαβε τίποτε. Τότε ρχεται νας λλος δελφς κα μο λέει μ λίγο πότομο τρόπο:

― Γιατί μο πρες τ τηγάνι;― Φεύγα π δ πέρα, δαιμονισμένε, πο σο πρα τ τηγάνι! μες πνιγόμαστε στν δουλειά. Κα μόλις το επα τσι, πάει φυγε εχ π μέσα μου. Τν λλη μέρα πγα στν πάπα-φραμ τν Κατουνακιώτη κα το διηγήθηκα ,τι μο συνέβη. Μο πάντησε: “Παιδί μου, ρθε χάρις το γίου Πνεύματος κα σ πεσκίασε, λλ δν σουν ξιος ν παραμείνη, διότι χεις περηφάνεια. ν το λεγες σ κείνη τν στιγμ “ελόγησον, γ τ πρα τ τηγάνι”, θ κουγες τν δαίμονα ν ρύεται σν γουρούνι, θ σκουζε. Ατν τν βαλε πειρασμός, τ πέτρεψε Θες ν σ δοκιμάση, ν σ σουν ξιος ν παραμείνη εχ μέσα σου”».

123 - Χαμένο κορμὶ





 
στι δ φλον ν νθρώποισι ματαιότατον,
στις ασχύνων πιχώρια παπταίνει τ πόρσω

(Πίνδαρος, Πύθια, δ 3η, στ. 21-23)

Χαμένο κορμ ποιος περιφρονε τ πάτρια γυρεύοντας τ ξένα

(μετάφραση: Φειδίας http://www.pheidias.gr/)

122 - Όνειρο Διονυσίου Σολωμού




«Ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς γκρεμνούς, τὶς χαμηλὲς κοιλάδες καὶ τὰ ψηλὰ βουνά, ἀπὸ τὴν ἐρημιὰ τῶν ποταμῶν καὶ τῆς θάλασσας, ἀπὸ τοὺς δρόμους, τὶς σπηλιές, τὰ πηγάδια, ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ τὰ ζεστὰ κρεβάτια, σηκωθεῖτε, ὦ σφαγμένοι τῆς Ἑλλάδας, καὶ προσευχηθεῖτε!».

Αὐτὰ εἶπε ἡ βαθειὰ φωνή, ἐξακοντισμένη πρὸς τὸ χῶρο τοῦ ὀνείρου, καὶ ἡ ψυχὴ ἦταν ὅλη ὄργανο πνευματικό, ἕτοιμη νὰ δεχτεῖ γρήγορα τὸ κοντινὸ καὶ τὸ μακρινό, τὸ φωτεινὸ καὶ τὸ σκοτεινό, τὸ ἀνθρώπινο καὶ τὸ θεῖο.

Καὶ τὸ ὄνειρο, ἀπαντώντας μὲ θαυμαστὴ ταχύτητα, ἔδωσε πίσω ὅλα τὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν προσκαλεστεῖ καὶ τὰ ἔσπρωξε ἀμέτρητα καὶ σφιγμένα τὸ ἕνα στὸ ἄλλο, σ᾿ ἕνα διάστημα χωρὶς ὅρια, ποὺ ἔμοιαζε ὠκεανὸς χωρὶς στεριὲς καὶ νησιά, ἢ σὰν οὐρανὸς χωρὶς ἄστρα.

Ἐμπρὸς στὰ μάτια μου τὰ δακρυσμένα καὶ ἔκπληκτα, ὅλοι μουρμούριζαν καὶ ἔτρεμαν ὅπως τὰ ἀναρίθμητα φύλλα ἑνὸς πελώριου δέντρου ποὺ τὸ δονεῖ ὁ ἀέρας. Τὰ φύλλα ποὺ τὸ φθινόπωρο τὰ παίρνει ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ τὰ στρώνει στὴ γῆ, ἦταν τίποτα ἐμπρὸς σ᾿ αὐτὸ τὸ πλῆθος.

Ὅλοι εἶχαν τὸ χέρι στὴν καρδιὰ σὰν ἀπὸ ἀπέραντο πόνο, καὶ προσεύχονταν ὁμόφωνα. Ἡ προσευχὴ ἦταν θερμὴ καὶ βαθειά, ἀλλὰ οἱ φωνὲς ἀδύνατες καὶ χωρὶς ἦχο, ὅπως αὐτὲς ποὺ βγάζομε στὸν ὕπνο μας τὸν τρομαγμένο.

Ξαφνικὰ ξέσπασε ἀπὸ ὅλους ἕνας ἀνεμοστρόβιλος ἀπὸ φωνές, πάμπολλες ὅπως ἡ ἄμμος ποὺ στροβιλίζεται ἀπὸ μανιασμένο ἄνεμο. Ὡστόσο μία χαρὰ φανερωνόταν μέσα στὸν ἔρημο αἰθέρα.
    
Μιὰ μαυροφόρα γυναῖκα στάθηκε ψηλά, καὶ ἡ ἀγκαλιὰ ποὺ ἄνοιξε πρὸς ὅλους, κοιτάζοντας ὅλους, ἦταν φανερὰ ἐκείνη ποὺ ἔσφιξε μητρικὰ τὸν Σωτῆρα.

Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα καὶ Πεζά, ἐπιμ. Στυλ. Ἀλεξίου, Ἀθήνα 1994.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...