Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

170 - Το βάσανο του βολέματος




Στην Κατοχή, το 1941, επειδή οι Γερμανοί έμπαιναν στα χωριά, έβαζαν φωτιές και σκότωναν, είχαμε φύγει από την Κόνιτσα και είχαμε ανεβή στο βουνό. Την ημέρα που οι Γερμανοί μπήκαν στην Κόνιτσα, τα δύο αδέλφια μου είχαν πάει νωρίς το πρωί κάτω στον κάμπο, στο χωράφι που είχαμε καλαμπόκια, να σκαλίσουν. Μόλις άκουσα ότι έφθασαν οι Γερμανοί, λέω στην μητέρα μου: «Θα πάω στο χωράφι να τους ειδοποιήσω». Εκείνη δεν μ’ άφηνε, γιατί όλοι της έλεγαν: «Οι άλλοι έτσι κι αλλιώς είναι χαμένοι. Μην το αφήνης κι αυτό να πάη, γιατί θα χαθή κι αυτό». Πού να ακούσω εγώ! Φοράω τα άρβυλα και τρέχω κάτω στον κάμπο. Από την βία μου όμως δεν τα έδεσα καλά και, καθώς περνούσα μέσα από ένα ποτισμένο χωράφι, κόλλησαν τα άρβυλα στην λάσπη. Τα αφήνω και τρέχω ξυπόλητος μέσα από την ποταμιά που ήταν γεμάτη τριβόλια (σημ.: αγριόχορτο με πολλά αγκάθια). Περίπου μία ώρα, καλοκαίρι μέσα στην ζέστη, έτρεχα ξυπόλητος πάνω στα τριβόλια, αλλά ούτε καν καταλάβαινα πόνο. Φθάνω στο χωράφι μας, πάω κοντά στα αδέλφια μου εκεί που σκάλιζαν. «Ήρθαν οι Γερμανοί, τους λέω, πάμε να κρυφτούμε». Οπότε βλέπουμε τους Γερμανούς να έρχονται με τα όπλα. «Συνεχίστε, τους λέω, να σκαλίζετε με τις τσάπες κι εγώ θα κάνω πως αραιώνω τα καλαμπόκια και ξεβοτανίζω». Πέρασαν λοιπόν οι Γερμανοί και δεν μας πείραξαν· δεν μας είπαν τίποτε. Ύστερα είδα ότι τα πόδια μου από τα τριβόλια είχαν γίνει όλο πληγές· μέχρι τότε δεν είχα καταλάβει τίποτε. Εκείνο το τρέξιμο είχε χαρά! Είχε την χαρά της θυσίας. Να άφηνα τα αδέλφια μου; Αν δεν έτρεχα και πάθαιναν κάτι, μετά θα ήταν για μένα βάσανο. Και ασυνείδητος να ήμουν, θα είχα μετά το βάσανο του βολέματος.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε΄, Πάθη και Αρετές, έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2006, σσ. 46-47.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...